(Ο Πειρατής)(Μέρος Β΄)Το λεωφορείο σταμάτησε έξω από το σπίτι της Ζωζώς και ο Μίλτος κατέβηκε με τον οδηγό να προηγείται, έχοντας την κάνη κολλημένη στο κεφάλι του. Χτύπησε το κουδούνι και η γυναίκα εμφανίστηκε στην είσοδο της μονοκατοικίας κοιτώντας τον σαν να βλέπει φάντασμα. Ο Μίλτος έβαλε τον οδηγό να καθίσει στον καναπέ του σαλονιού και ακούμπησε την κάνη στον κρόταφο της Ζωζώς με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Σουφλέ Σπανάκι, της είπε. Τι λες χριστιανέ μου; Σουφλέ Σπανάκι, επανέλαβε σταθερά προσπαθώντας να φαίνεται όσο πιο σκληρός γίνεται.
H αλήθεια είναι πως για μεγάλο διάστημα της είχε κρατήσει κακία που διάλεξε τον Αντώνη. Μέχρι που το χώνεψε και πήρε τις αποφάσεις του. Η πρόταση γάμου είχε γίνει μπροστά του, στο ίδιο σπίτι, μόνο που τότε ζούσαν και οι γονείς της. Η κυρία Ελένη, η μάνα της, είχε φτιάξει σουφλέ σπανάκι εκείνη την ημέρα. Οι δυο τους είχαν πάει καλεσμένοι για το κυριακάτικο τραπέζι με λουλούδια και κρασιά. Ούτε που είχε περάσει από το μυαλό του Μίλτου ότι θα του κάνει τέτοιο χουνέρι ο Αντώνης και μόλις άκουσε την Ζωζώ να λέει το ναι, έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Τον πρώτο καιρό δεν έλεγε να συνέλθει από το σοκ. Μετά αποφάσισε να περιμένει υπομονετικά μέχρι να αποχαιρετήσει τα εγκόσμια ο αντίζηλος. Είχε αποφασίσει πως θα ζούσε περίσσότερο απ΄αυτόν, με κάθε θυσία.
Σουφλέ σπανάκι; του είπε φοβισμένη, μα δεν έχω ψωνίσει, σού στριψε τελείως; Στο συρτάρι του μπουφέ η Ζωζώ βρήκε μολύβι και χαρτί κι ο οδηγός ανέλαβε να γράψει τη λίστα. Μετά βγήκε στην εξώπορτα, με τον Μίλτο πίσω του, για να δώσει το σημείωμα στον Δημοσιογράφο που ξεροστάλιαζε έξω από το σπίτι. Όπως ήταν αναμενόμενο η λίστα διέρρευσε και μεταδόθηκε από τα κεντρικά δελτία όλων των καναλιών. Ο φερόμενος ως δράστης πειρατείας και απαγωγής ζητά να του φέρουν υλικά για σουφλέ σπανάκι. Συγκεκριμένα ζητά, υλικά για μπεσαμέλ, 250 γρ. κρέμα γάλακτος, 1 κιλό σπανάκι, 1 κούπα κασέρι, 1 κούπα κεφαλοτύρι, 1 κούπα ρεγγάτο, 3 λουκάνικα φρανκφούρτης και βούτυρο, έλεγε το ρεπορτάζ. Ο Άδωνης Γεωργιάδης διαφώνησε με την αναλογία γάλακτος και αυγών που παράγγειλε ο φερόμενος ως δράστης για την μπεσαμέλ, ενώ στο κάτω δεξί παράθυρο έπαιζε slide show με φωτογραφίες της Ζωζώς και υπότιτλο «Η πέτρα του σκανδάλου».
Όταν ήρθαν τα χρειαζούμενα, ο φερόμενος ως δράστης, έγνεψε με το περίστροφο πως είχε έρθει η ώρα να περάσουν στην κουζίνα. Ο οδηγός διατάχθηκε να πλύνει, να ζεματίσει, να ψιλοκόψει και να στραγγίσει καλά καλά το σπανάκι. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο μέχρι τη στιγμή που η Ζωζώ - που είχε ξεκινήσει την μπεσαμέλ – του ζήτησε να της ρίξει τα αυγά όση ώρα εκείνη θα ανακάτευε για να μην της σβολιάσε. Η αντικειμενική δυσκολία του σπασίματος των αυγών παράλληλα με την ανάγκη να κρατηθεί το περίστροφο στον κρόταφο της μαγείρισσας προκάλεσε γενικό εκνευρισμό και το πράγμα χειροτέρεψε όταν άρχισε να χτυπά το τηλέφωνο. Ήταν η Κερασία που ήθελε να του πει να μην ξεχάσει, μια που πέρασε από της Ζωζώς, να της φέρει τα τάπερ από τα γεμιστά και τα ρεβύθια που είχε στείλει την προηγούμενη εβδομάδα. Άκουσες μπρε τι σε είπα; Τα τάπερ γιατί δεν την ξαναστέλνω τίποτα πες την!
Όταν έδεσε η μπεσαμέλ, η Ζωζώ άρχισε να στρώνει το σουφλέ μέσα σε ένα μέτριο pyrex που το είχε βουτυρώσει καλά. Άπλωσε το στραγγισμένο σπανάκι και το πασπάλισε με τα τυριά. Μετά ψιλόκοψε τα λουκάνικα και πρόσθεσε την κρέμα γάλακτός. Ανακάτεψε πολύ καλά το μείγμα για να πάνε παντού τα υλικά και από πάνω έστρωσε την μπεσαμέλ. Το έβαλε να ψηθεί στους 180 βαθμούς και πλέον το σουφλέ σπανάνκι ήταν θέμα χρόνου. Πιο συγκεκριμένα σαρανταπέντε ή πενήντα λεπτών!
Γύρισε και τον κοίταξε. Στο σαλόνι, της είπε σημαδεύοντας την. Κάθισαν κι οι τρεις - ο Μίλτος δίπλα στην Ζωζώ και ο οδηγός στον διθέσιο - και περίμεναν να περάσει η ώρα. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά και το σαλόνι έκαιγε σαν καμίνι. Σέ λίγο άρχισαν να ιδρώνουν. Πω, πω ζέστη, δεν αντέχεται, έκανε η Ζωζώ κουνώντας τα χέρια της πάνω κάτω. Ο Μίλτος το ξανασκέφτηκε. Σηκωθείτε, φεύγουμε. Έλα Κερασία ερχόμαστε, μη φας, φέρνουμε σουφλέ, της είπε στο τηλέφωνο. Που; Καλά θα έρθουμε εκεί. Βαριόταν μόνη της και πήγε στο ΚΑΤ, στην αίθουσα αναμονής που έχει κλιματισμό και μαζεύονται κι άλλοι, τους είπε κλείνοντας το τηλέφωνο. Η Ζωζώ σκέπασε το σουφλέ με αλουμινόχαρτο κιέβαλε τα τάπερ της Κερασίας σε μια νάυλον σακούλα. Έξω τους περίμενε ένα λεφούσι δημοσιογράφοι και η αστυνομία που είχε κάνει κλοιό. Η Ζωζώ του ζήτησε να την σημαδεύει από τον άλλη μεριά για να φαίνεται το καλό της προφίλ. Που πάτε κύριε Μίλτο; Στο ΚΑΤ! Θα κοιτάξετε τους ρευματισμούς; Όχι, θα φάμε σουφλέ! Ποιό είναι τα αίτημά σας; Να πας να γαμηθείς! Ξεκίνησαν χωρίς πολλές καθυστερήσεις, με το κομβόι να τους ακολουθεί, διασχίζοντας την πόλη για δεύτερη φορά. Μπήκαν στην αίθουσα αναμονής και η Κερασία άρχισε να κουνάει τα χέρια της για να την δουν. Έφαγαν στην δροσιά, κέρασαν τους διπλανούς και χάζεψαν τηλεόραση για να χωνέψουν. Τι ωραία που ήντουνα η Ζωζώ στα νειάτα της μπρε, μονολογούσε η Δαλακούραινα χαζεύοντας τις φωτογραφίες στο δελτίο. Στην έξοδο χώρισαν. Η Ζωζώ με το άδειο pyrex κι η Κερασία με το περίστροφο και τα τάπερ πήγαν να βρουν ταξί. Ο Μίλτος χαιρέτησε τον οδηγό και παραδόθηκε αποφεύγοντας το Δημοσιογράφο που ζητούσε αποκλειστική συνέντευξη και τον Σκηνοθέτη που ήθελε να τον κάνει ταινία.
Ακολούθησαν μερικές επισκέψεις της Ζωζώς στην Αγροτικές φυλακές. Ο γέρο Πειρατής βγήκε σε λίγους μήνες λόγω ηλικίας και καλής διαγωγής και ο γάμος έγινε αμέσως.
Και ζήσαμε εμείς καλά…