Friday, February 27, 2009

Η Μυκονιάτικη Μαγειρική του Δημήτρη Ρουσουνέλου



Η γαστρονομία ενός τόπου είναι στοιχείο συστατικό της πολιτιστικής του εικόνας. Η Μύκονος, εκτός από τη θάλασσα, τον ήλιο και τον έρωτα που ενεργοποιούν και καλύπτουν πλείστες όσες αισθήσεις των επισκεπτών της, διαθέτει κι έναν αξιόλογο πολιτισμό διατροφικών συνηθειών. Προϊόν σύνθεσης, δεδομένου ότι το νησί ήταν και είναι σταυροδρόμι πολιτισμών. Κουζίνα χωρίς ψιμύθια γεύσης και μαγικά στολίσματα. Τα απολύτως απαραίτητα για τη νοικοκυρά, που παλεύει με τις γεύσεις στο μα’ερειό, στα ξύλα, στη βουϊδιά, στην γκαζιέρα, στο πετρογκάζ. Εχει καθαρά και μυρωδάτα υλικά, προϊόντα άνυδρης γης, ψάρια καθαρής θάλασσας. Δεν έχει λόγο να παντρέψει λογιώ-λογιώ’ πράγματα. Μνήμες γεύσεις επώνυμες. Ξίδι, σκόρδο, δεντρολίβανο στο Ματογιάννι. [...]

Συγγραφέας: Ρουσουνέλος Δημήτρης
Εκδότης: Εκδόσεις Ινδικτος
Ετος έκδοσης: 4/2001
Αρ.Σελίδων: 353
ISBN: 960-518-102-9

Thursday, January 22, 2009

Χοιρινό στο Χαρτί

(Ο Δικηγόρος Πέθανε)

«Ως γνωστόν», ο Δικηγόρος ήταν ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΟΣ. Μα τι στο καλό δεν τον πίστευαν; Έχει βουίξει η Πετρούπολη: Ο μικρός Αλέξης Πετούγιας έκανε θυσίες για να τελειώσει το σχολείο. Βοηθούσε τον πατέρα του στο μαγαζί. Ήταν πρώτος μαθητής και αργότερα λαμπρός φοιτητής της Νομικής. Προσέφερε τα μέγιστα στην πατρίδα όταν εντάχθηκε στους κόλπους της Νεολαίας Λαμπράκη κατά τα φοιτητικά του χρόνια, (απλώς είχε την ίδια φιλοσοφία με τον Μακαριστό Χριστόδουλο, γι΄αυτό οι Λαμπράκηδες της Πετρούπολης δεν τον συνάντησαν ποτέ). Ο έγκριτος ποινικολόγος Αλέξης Πετούγιας, ο πρώτος της χώρας, είχε λάβει μέρος σε 500.000 δίκες, «ως γνωστόν». Είχε χύσει το αίμα του στις κερκίδες αγωνιζόμενος, ψυχή τε και σώματι, για τα εγχώρια αθλητικά ιδεώδη. Υπήρξε αναμφισβήτητος γόης στον χώρο της γυναίκας, κιμπάρης στον χώρο της Μυκόνου, λαλίστατος στον χώρο των τηλεοπτικών παραθύρων και με καταπληκτικές επιδόσεις σε πολλούς άλλους χώρους. Δεν είχε διστάσει να δείρει διάφορους παραβατικούς (από τον χώρο των ομοφυλοφίλων κυρίως) που προσέβαλαν τα χρηστά ήθη της κοινωνίας στην οποία η καθώς πρέπει σύζυγός του ανέτρεφε τα καθώς πρέπει παιδιά του. Είχε καβαλήσει κάγκελα για να υπερασπιστεί το δίκαιο του πελάτη και είχε φάει ξύλο από μπράβους, ενώ η σύζυγός του προσπαθούσε να καλέσει το εκατό. Και είναι περιττό να μιλήσουμε για εμφάνιση. Διότι, «ως γνωστόν», όλα τα καλά του κόσμου ο Μεγαλοδύναμος τα έριξε στο κεφάλι του Ποινικολόγου Αλέξη Πετούγια. Ένα εβδομήντα πέντε ντερέκι και το γράφει και η ταυτότητά του. Ψηλός με δίπλωμα, σου λέει! Τώρα βέβαια η ζωή τα φέρνει ανάποδα εκεί που δεν το περιμένεις. Διότι η καθώς πρέπει σύζυγός του, ύστερα από μια εξεταστική περίοδο διάρκειας εφτά χρόνων, αποδείχτηκε αμόρφωτη και δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου της. Και φοράει και δέκα πόντους γόβα! Τι τα θέλεις όμως, ο Αλέξης Πετούγιας, ένας άνθρωπος με ηθικό ανάστημα, με περίσσευμα ψυχής, με δύναμη χαρακτήρα, ήταν υποχρεωμένος να κοιτάξει μπροστά, να πνίξει τον πόνο του και να συνεχίσει. Να κάνει το καθήκον του απέναντι στην Κοινωνία ως ετάχθη, βρε αδερφέ! Και ανέλαβε την υπεράσπιση του οργάνου της τάξεως! Ε, και μετά περιμέναμε να αποφασίσει το Δικαστήριο αν έπρεπε ή όχι να σκοτωθεί το παιδί. Και πάνω εκεί είχε τη φαεινή ο Φώτης ο Βομβιστής. Παρατήσανε την συνεδρίαση στην μέση, σου λέει, και τρέξανε στο χασάπικο αμέσως όταν έπεσε η ιδέα. Αγόρασαν οχτακόσια γραμμάρια χοιρινό και καρφί για την γιάφκα. Έβαλαν το κρέας πάνω σε λαδόκολα καλά λαδωμένη και πρόσθεσαν αλάτι, πιπέρι και τον χυμό δυο λεμονιών. Χρησιμοποίησαν και κάποιο άλλο υλικό, που όμως δεν διέρρευσε. Τύλιξαν προσεκτικά το κρέας με την λαδόκολα και το έψησαν για δυο ώρες στους 170. Μετά το στείλανε πεσκέσι στο γραφείο του Αλέξη Πετούγια, από κάποιον πελάτη δήθεν.

Και το δοκίμασε ο Ποινικολόγος! Ε, και τώρα έχουμε να ραφτούμε για την κηδεία!

Thursday, August 14, 2008

Western Spaghetti




by PES

Saturday, October 27, 2007

Ο.Κ.

Photo Sharing and Video Hosting at Photobucket

- Lets eat!

Thursday, October 18, 2007

Σπαγγέτι Πράσινο

(Πιο οικολόγος πεθαίνεις)

Και τι δεν έκανα. Τι ξανθές ανταύγειες, τι γαλλικό καρέ, τι χτιστά νύχια, τι δεκάποντα και μίνι, τι να ξεροσταλιάζω στην είσοδο της πολυκατοικίας, δήθεν τάχα μου πως τώρα γύρισα κι εγώ, μπας και βρεθούμε μαζί στο ασανσέρ. Χαμπάρι αυτός! Με προσπερνούσε λες και ήμουν κουνούπι. Μέχρι που στούκαρε στο δοκάρι του πάρκιν όταν ήρθε να μου κάνει παρατήρηση επειδή έπλενα το αυτοκίνητο με το λάστιχο, πράγμα που δείχνει, λέει, πως δεν έχω, λέει, οικολογική συνείδηση. Τότε τα κατάλαβα όλα! Γιατί ναι μεν ξανθός γαλανομάτης και δίμετρος ο γείτονας αλλά με εβδομήντα βαθμούς μυωπία. Τέλος πάντων, στραβός, ξεστραβός εγώ το κώλυμα το είχα φάει προ πολλού και του λέω ελάτε επάνω να τα πούμε, να πιούμε και καφέ....όχι, μου λέει, πρέπει να μπω στο νετ. Α πέσαμε σε κουλτουριάρη, λέω. Ναι βέβαια, είχα δει μια φορά την Μπήλιω που είχε φωνάξει την Κοκκίνου. Και πέρσι είδα και την Γιουροβίζιον. Χάλια ο Φώτης και η Μαρία, δεν βρίσκετε; Και λίγο λίγο πιάσαμε κουβέντα και μου άρχισε τα κουλά. Εγώ, μου λέει, είμαι Βlogger, Aκτιβιστής, Οικολόγος, Πράσινος, Εναλλακτικός. Εντάξει, του λέω, πως κάνετε έτσι, να σκέφτεστε τα χειρότερα και να κάνετε το σταυρό σας, μια χαρά είμαστε, δεν έρχεστε επάνω να τα πούμε με την άνεσή μας; Δεν μπορώ, μου λέει, πρέπει να ετοιμάσω banner για την διάσωση της Ursus Polaris και πρέπει και να linkαρω με WWF και Red List, να στείλω mails, να δω τι κάνουν οι άλλοι και το απόγευμα να φορέσω μαύρα και να κατέβω στο Σύνταγμα...και με παρατάει σύξυλη και φεύγει. Βλαμμένο είσαι παιδάκι μου; Ο άνθρωπος παίρνει ναρκωτικά! Φιλοσοφία θέλει; μου είπε η μάνα μου όταν άκουσε τα καθέκαστα. Η φίλη μου η Τζένη όμως ήταν πιο ενημερωμένη. Είναι αυτοί, οι πυροβολημένοι μωρέ, που μαζεύονται στο Σύνταγμα και μουτζώνουνε, μου λέει. Εκείνη ακριβώς την στιγμή έγινα οικολόγος. Πιο οικολόγος από μένα δεν υπάρχει. Είμαι σα να λέμε στο τελικό στάδιο. Τώρα πια ποτίζω τον φίκο στο μπαλκόνι με το ποτιστήρι, ξυρίζω τα πόδια μου και πλένω τα πιάτα με την βρύση κλειστή, πλένω το αυτοκίνητο με κουβά, βγάζω αμέσως τον φορτιστή από την πρίζα όταν ολοκληρωθεί η φόρτηση και κάθε Πέμπτη ανεβαίνουμε με τον Βαγγέλη στην Πάρνηθα και βοηθάμε στα κορμοδέματα. Εκτός αν έχει συγκέντρωση στο Σύνταγμα, οπότε φοράμε μαύρα και πάμε για μούντζες η αν είμαστε καλεσμένοι σε καμιά συγκέντρωση bloggers του ΓΑΠ ή του Μπένυ. Τις Κυριακές μένουμε σπίτι και φτιάχνω πάντα το αγαπημένο μας φαγητό. Σπαγγέτι Πράσινο. Το έφτιαξα την ημέρα που ήρθε ο Βαγγέλης σπίτι μου και του έκανα το τραπέζι. Σηκωτό τον ανέβασα είναι η αλήθεια αλλά από τότε είμαστε αχώριστοι.Του πήρα και γυαλιά, μην πάει και γκρεμοτσακιστεί πουθενά και μου μείνει η Οικολογία. Άσε που τον ασχημαίνουν κι έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Τέλος πάντων όλα καλά τελικά!
Α, η συνταγή είναι πανεύκολη. Είναι παραλλαγή του σπαγγέτι αλ πέστο που γίνεται με βασιλικό, αλλά τα υλικά πρέπει να τα υπολογίσετε με το μάτι γιατί εγώ δεν είμαι μαγείρισσα, οικολόγα είμαι: Βράζω χωριστά μακαρόνια και γαρίδες κατεψυγμένες(αλλά και φρέσκες ακόμα καλύτερα). Ρίχνω στο μούλτι λάδι, μαϊντανό και παρμεζάνα. Κάνω ένα καλό χτύπημα μέχρι το μείγμα να γινει ένας πράσινος πολτός. Μετά προσθέτω κουκουνάρι και κάνω άλλο ένα χτύπημα για πολύ λίγο. Ανακατεύω τα μακαρόνια, την σως και τις γαρίδες και σερβίρω το σπαγγέτι πασπαλισμένο με χοντροκομμένη παρμεζάνα. Πεντανόστιμο και καταπράσινο!

Καλή Όρεξη!

Friday, June 29, 2007

Σουφλέ Σπανάκι

(Ο Πειρατής)

(Μέρος Β΄)

Το λεωφορείο σταμάτησε έξω από το σπίτι της Ζωζώς και ο Μίλτος κατέβηκε με τον οδηγό να προηγείται, έχοντας την κάνη κολλημένη στο κεφάλι του. Χτύπησε το κουδούνι και η γυναίκα εμφανίστηκε στην είσοδο της μονοκατοικίας κοιτώντας τον σαν να βλέπει φάντασμα. Ο Μίλτος έβαλε τον οδηγό να καθίσει στον καναπέ του σαλονιού και ακούμπησε την κάνη στον κρόταφο της Ζωζώς με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Σουφλέ Σπανάκι, της είπε. Τι λες χριστιανέ μου; Σουφλέ Σπανάκι, επανέλαβε σταθερά προσπαθώντας να φαίνεται όσο πιο σκληρός γίνεται.
H αλήθεια είναι πως για μεγάλο διάστημα της είχε κρατήσει κακία που διάλεξε τον Αντώνη. Μέχρι που το χώνεψε και πήρε τις αποφάσεις του. Η πρόταση γάμου είχε γίνει μπροστά του, στο ίδιο σπίτι, μόνο που τότε ζούσαν και οι γονείς της. Η κυρία Ελένη, η μάνα της, είχε φτιάξει σουφλέ σπανάκι εκείνη την ημέρα. Οι δυο τους είχαν πάει καλεσμένοι για το κυριακάτικο τραπέζι με λουλούδια και κρασιά. Ούτε που είχε περάσει από το μυαλό του Μίλτου ότι θα του κάνει τέτοιο χουνέρι ο Αντώνης και μόλις άκουσε την Ζωζώ να λέει το ναι, έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Τον πρώτο καιρό δεν έλεγε να συνέλθει από το σοκ. Μετά αποφάσισε να περιμένει υπομονετικά μέχρι να αποχαιρετήσει τα εγκόσμια ο αντίζηλος. Είχε αποφασίσει πως θα ζούσε περίσσότερο απ΄αυτόν, με κάθε θυσία.
Σουφλέ σπανάκι; του είπε φοβισμένη, μα δεν έχω ψωνίσει, σού στριψε τελείως; Στο συρτάρι του μπουφέ η Ζωζώ βρήκε μολύβι και χαρτί κι ο οδηγός ανέλαβε να γράψει τη λίστα. Μετά βγήκε στην εξώπορτα, με τον Μίλτο πίσω του, για να δώσει το σημείωμα στον Δημοσιογράφο που ξεροστάλιαζε έξω από το σπίτι. Όπως ήταν αναμενόμενο η λίστα διέρρευσε και μεταδόθηκε από τα κεντρικά δελτία όλων των καναλιών. Ο φερόμενος ως δράστης πειρατείας και απαγωγής ζητά να του φέρουν υλικά για σουφλέ σπανάκι. Συγκεκριμένα ζητά, υλικά για μπεσαμέλ, 250 γρ. κρέμα γάλακτος, 1 κιλό σπανάκι, 1 κούπα κασέρι, 1 κούπα κεφαλοτύρι, 1 κούπα ρεγγάτο, 3 λουκάνικα φρανκφούρτης και βούτυρο, έλεγε το ρεπορτάζ. Ο Άδωνης Γεωργιάδης διαφώνησε με την αναλογία γάλακτος και αυγών που παράγγειλε ο φερόμενος ως δράστης για την μπεσαμέλ, ενώ στο κάτω δεξί παράθυρο έπαιζε slide show με φωτογραφίες της Ζωζώς και υπότιτλο «Η πέτρα του σκανδάλου».
Όταν ήρθαν τα χρειαζούμενα, ο φερόμενος ως δράστης, έγνεψε με το περίστροφο πως είχε έρθει η ώρα να περάσουν στην κουζίνα. Ο οδηγός διατάχθηκε να πλύνει, να ζεματίσει, να ψιλοκόψει και να στραγγίσει καλά καλά το σπανάκι. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο μέχρι τη στιγμή που η Ζωζώ - που είχε ξεκινήσει την μπεσαμέλ – του ζήτησε να της ρίξει τα αυγά όση ώρα εκείνη θα ανακάτευε για να μην της σβολιάσε. Η αντικειμενική δυσκολία του σπασίματος των αυγών παράλληλα με την ανάγκη να κρατηθεί το περίστροφο στον κρόταφο της μαγείρισσας προκάλεσε γενικό εκνευρισμό και το πράγμα χειροτέρεψε όταν άρχισε να χτυπά το τηλέφωνο. Ήταν η Κερασία που ήθελε να του πει να μην ξεχάσει, μια που πέρασε από της Ζωζώς, να της φέρει τα τάπερ από τα γεμιστά και τα ρεβύθια που είχε στείλει την προηγούμενη εβδομάδα. Άκουσες μπρε τι σε είπα; Τα τάπερ γιατί δεν την ξαναστέλνω τίποτα πες την!
Όταν έδεσε η μπεσαμέλ, η Ζωζώ άρχισε να στρώνει το σουφλέ μέσα σε ένα μέτριο pyrex που το είχε βουτυρώσει καλά. Άπλωσε το στραγγισμένο σπανάκι και το πασπάλισε με τα τυριά. Μετά ψιλόκοψε τα λουκάνικα και πρόσθεσε την κρέμα γάλακτός. Ανακάτεψε πολύ καλά το μείγμα για να πάνε παντού τα υλικά και από πάνω έστρωσε την μπεσαμέλ. Το έβαλε να ψηθεί στους 180 βαθμούς και πλέον το σουφλέ σπανάνκι ήταν θέμα χρόνου. Πιο συγκεκριμένα σαρανταπέντε ή πενήντα λεπτών!
Γύρισε και τον κοίταξε. Στο σαλόνι, της είπε σημαδεύοντας την. Κάθισαν κι οι τρεις - ο Μίλτος δίπλα στην Ζωζώ και ο οδηγός στον διθέσιο - και περίμεναν να περάσει η ώρα. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά και το σαλόνι έκαιγε σαν καμίνι. Σέ λίγο άρχισαν να ιδρώνουν. Πω, πω ζέστη, δεν αντέχεται, έκανε η Ζωζώ κουνώντας τα χέρια της πάνω κάτω. Ο Μίλτος το ξανασκέφτηκε. Σηκωθείτε, φεύγουμε. Έλα Κερασία ερχόμαστε, μη φας, φέρνουμε σουφλέ, της είπε στο τηλέφωνο. Που; Καλά θα έρθουμε εκεί. Βαριόταν μόνη της και πήγε στο ΚΑΤ, στην αίθουσα αναμονής που έχει κλιματισμό και μαζεύονται κι άλλοι, τους είπε κλείνοντας το τηλέφωνο. Η Ζωζώ σκέπασε το σουφλέ με αλουμινόχαρτο κιέβαλε τα τάπερ της Κερασίας σε μια νάυλον σακούλα. Έξω τους περίμενε ένα λεφούσι δημοσιογράφοι και η αστυνομία που είχε κάνει κλοιό. Η Ζωζώ του ζήτησε να την σημαδεύει από τον άλλη μεριά για να φαίνεται το καλό της προφίλ. Που πάτε κύριε Μίλτο; Στο ΚΑΤ! Θα κοιτάξετε τους ρευματισμούς; Όχι, θα φάμε σουφλέ! Ποιό είναι τα αίτημά σας; Να πας να γαμηθείς! Ξεκίνησαν χωρίς πολλές καθυστερήσεις, με το κομβόι να τους ακολουθεί, διασχίζοντας την πόλη για δεύτερη φορά. Μπήκαν στην αίθουσα αναμονής και η Κερασία άρχισε να κουνάει τα χέρια της για να την δουν. Έφαγαν στην δροσιά, κέρασαν τους διπλανούς και χάζεψαν τηλεόραση για να χωνέψουν. Τι ωραία που ήντουνα η Ζωζώ στα νειάτα της μπρε, μονολογούσε η Δαλακούραινα χαζεύοντας τις φωτογραφίες στο δελτίο. Στην έξοδο χώρισαν. Η Ζωζώ με το άδειο pyrex κι η Κερασία με το περίστροφο και τα τάπερ πήγαν να βρουν ταξί. Ο Μίλτος χαιρέτησε τον οδηγό και παραδόθηκε αποφεύγοντας το Δημοσιογράφο που ζητούσε αποκλειστική συνέντευξη και τον Σκηνοθέτη που ήθελε να τον κάνει ταινία.
Ακολούθησαν μερικές επισκέψεις της Ζωζώς στην Αγροτικές φυλακές. Ο γέρο Πειρατής βγήκε σε λίγους μήνες λόγω ηλικίας και καλής διαγωγής και ο γάμος έγινε αμέσως.

Και ζήσαμε εμείς καλά…

Monday, June 25, 2007

Σουφλέ Σπανάκι

(Ο Πειρατής)

(Mέρος Α')

Μέχρι εκείνη την στιγμή, ο Μίλτος Αναστασιάδης, ήταν ένα πρόβατο του Θεού. Ήσυχος, ευγενικός, στόμα είχε και μιλιά δεν είχε. Μάλλον του την βάρεσε στο κεφάλι τώρα με τον κάυσωνα, είπε μια γειτόνισσα στους δημοσιογράφους.
Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι συνέβη και μεταμορφώθηκε μέσα σε μια νύχτα. Ίσως να έφταιγε που το σπίτι του εκείνες τις μέρες είχε καταντήσει θερμοκήπιο, ίσως η σύνταξη του ΟΓΑ που δεν έφτανε ούτε για ασπιρίνες ή που περίμενε μια ολόκληρη ζωή και τώρα που είχε έρθει η ώρα δείλιαζε.
Εκείνο το πρωί, κοιτώντας τον εαυτό του στον καθρέφτη του μπάνιου, ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Είδε έναν αξύριστο γέρο εβδομήντα πέντε χρονών να τον κοιτάζει με κακομοιριασμένο βλέμμα. Τον έφτυσε, έριξε μια κλωτσιά στο καλάθι με τα άπλυτα κι άρχισε να ετοιμάζεται. Πλύθηκε, ξυρίστηκε κόντρα και φόρεσε το καλό του παντελόνι – γκρι πιέτα με ρεβέρ – και το γαλάζιο πουκάμισο που φύλαγε για ειδικές περιστάσεις. Θα περνούσε από το σπίτι της Κερασίας πρώτα γιατί είχε υποσχεθεί στον φίλο του τον Δαλακούρα να την προσέχει – είχε αρχίσει να τα χάνει τελευταία η χήρα – και δεύτερον για να τακτοποιήσει το άλλο ζήτημα. Η Κερασία του άνοιξε φορώντας μάλλινη γαλάζια ρόμπα, Ιούλιο μήνα με το θερμόμετρο στους σαράντα πέντε. Πάει της έστριψε τελείως, σκέφτηκε ο Μίλτος ενώ περπατούσε στον διάδρομο, αλλά μπαίνοντας στο σαλόνι ένιωσε ένα αεράκι να δροσίζει την ατμόσφαιρα. Η Κερασία είχε εγκαταστήσει κλιματιστικά! Είχε καινούργια τηλεόραση και κινητό πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Ήπιε τον καφέ του βιαστικά κι αποφάσισε να ασχοληθεί αργότερα με την εξιχνίαση του ξαφνικού πλουτισμού της γυναίκας του φίλου του. Θέλω το όπλο του Στέλιου και το κινητό για να πάω στη Ζωζώ, της είπε. Το περίστροφο σε το δίνω δανεικό, να με το φέρεις να το βάλω στην θέση του γιατί θα με σκοτώσει ο μακαρίτης, του απάντησε.
Ο Μίλτος πήγε στην στάση και περίμενε. Ανέβηκε στο πρώτο λεωφορείο που σταμάτησε και κόλλησε το περίστροφο στον κρόταφο του οδηγού. Παγκράτι, του είπε. Μα πάει Καλλιθέα, απάντησε ο οδηγός τρέμοντας. Ο Μίλτος στριφογύρισε την κάνη στο κεφάλι του κι αυτός έγνεψε καταφατικά. Οι επιβάτες λούφαξαν. Κάνα δυο γενναίοι άρπαξαν τα κινητά από τις τσέπες κι άρχισαν να στέλνουν SMS δεξιά κι αριστερά ζητώντας βοήθεια. Το νέο μαθεύτηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Τα κανάλια έβγαλαν έκτακτα δελτία με πέντε παράθυρα. Ψυχολόγοι και ειδικοί στην αντιμετώπιση παρομοίων καταστάσεων ανέλυαν διεξοδικά την ψυχοσύνθεση του δράστη. Ο Άδωνης Γεωργιάδης μίλησε εκτενέστατα για την ανάγκη πάταξης της εγκληματικότητας, ενώ στο δεξί πάνω παράθυρο υπήρχε μόνιμο πλάνο που κατέγραφε την πορεία του λεωφορείου. Ο Μίλτος πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία. Πάω Παγκράτι, τους είπε, αφήστε με ήσυχο ρε λαμόγια, μη σας πάρει ο διάολος τον πατέρα! Καμιά περίπτωση δεν υπήρχε να τον αφήσουν ήσυχο! Τα περιπολικά κι οι δημοσιογράφοι σχημάτισαν κομβόι πίσω από το λεωφορείο. Αλλά πρώτος ανέβηκε ο Μάκης. Άφησε τους ομήρους να κατέβουν κι εμείς θα το βρούμε, του είπε. Δεν γαμείς κι εσύ κι οι όμηροι; απάντησε ο Μίλτος. Στην επόμενη στάση οι πόρτες του λεωφορείου άνοιξαν και οι επιβάτες κατέβηκαν πατώντας ο ένας τον άλλον και πέφτοντας στην αγκαλιά αφηνιασμένων δημοσιογράφων που ζητούσαν λεπτομέρειες. Οι ήρωες που έστειλαν SMS τα έδειχναν στις κάμερες, οι γριές έκλαιγαν περιγράφοντας τις δραματικές στιγμές που έζησαν στα χέρια του πειρατή και μια γυναίκα έδειξε το σπασμένο της νύχι και η κάμερα έκανε κοντινό. Ο Μάκης πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Πες μου τα αιτήματά σου και θα τα βρούμε, είπε στον Μίλτο. Δεν γαμείς κι εσύ και τα αιτήματα; απάντησε ο γέρο Πειρατής. Ο Δημοσιογράφος αποσύρθηκε απογοητευμένος σε ένα κάθισμα της πρώτης σειράς. Πολύ μαλάκας πειρατής, σκέφτηκε, πρώτα αφήνει τους ομήρους και μετά δεν έχει αιτήματα!

Η συνέχεια και το τέλος στο επόμενο post...

Friday, June 01, 2007

Πίτα με κιμά

(Η εκδίκηση της Θείας Φούλας)

Στο ταξί για τον σταθμό ακούγαμε Ντέρτι F.M. Έπαιζε Βανδή:

«Να την χαίρεσαι την καινούργια σου αγάπη, να την χαίρεσαι και ας με κερνάς φαρμάκι. Αν ποτέ σε δω αγκαλιά μ’ εκείνη κάπου θα αποτρελαθώ και θα κλαίω μέχρι θανάτου».
Κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι γίνομαι πυρ και μανία γιατί θυμάμαι τον Αντρέα. Το τι είχα τραβήξει με τα γκομενιλίκια του ούτε στον εχθρό μου! Μέχρι που το πήρα απόφαση, τότε που τα έφτιαξε με την ξινή, να ακούσω την συμβουλή της θείας μου της Φούλας που ήτανε Πολίτισσα και ήξερε απ΄ αυτά. Το σχέδιο μπήκε αμέσως σε εφαρμογή γιατί το βράδυ είχαμε ραντεβού στο σπίτι του να δούμε DVD. Ο κύριος δεν έλεγε να με χωρίσει γιατί μ΄ αγαπούσε λέει περισσότερο κι από την ζωή του. Αλλά δεν μπορούσε να αφήσει και την άλλη, μια που ο πατέρας της είχε πολύ μεγάλη περιουσία και μοστράριζε για γαμπρός ο Αντρεάκης. Η αλήθεια είναι πως είχε μια φυσική τάση προς τις κληρονομιές και τις προίκες γιατί κατά την γνώμη του έπρεπε να έχουμε δικό μας σπίτι για να παντρευτούμε. Σα να μου έλεγε βρες ένα στα γρήγορα κι εδώ είμαι εγώ. Τόσο έξυπνος, αλλά τον ταχτοποίησα μια χαρά!
Η θεία Φούλα έβαλε λάδι στο τηγάνι να κάψει και τσιγάρισε ψιλοκομμένο κρεμμύδι. Μετά έριξε τον κιμά και τον άφησε να σωταριστεί ανακατεύοντας. Πρόσθεσε μια μεγαλούτσικη μελιτζάνα κομμένη σε κύβους - που την είχε αφήσει για τρεις ώρες περίπου σε αλατισμένο νερό για να ξεπικρίσει - και χυμό ντομάτας, αλάτι, πιπέρι και λίγο σκόρδο. Στο τέλος συμπλήρωσε νερό και χαμήλωσε την φωτιά. Αφήσαμε τον κιμά να μαγειρευτεί κι έβαλα μπροστά για τις κρέπες. Ανακάτεψα σε ένα μπόλ 125 γραμμάρια αλεύρι με αλάτι στην μύτη του κουταλιού. Μετά έκανα στην μέση μια λακουβίτσα κι έριξα δυο αυγά, μια κουταλιά σογιέλαιο και λίγο γάλα. Χτύπησα καλά καλά το μείγμα μέχρι να γίνει λείο και το έβαλα στο ψυγείο για μισή ώρα περίπου. Αφού τηγάνισα τις κρέπες – οχτώ βγαίνουν μ΄αυτά τα υλικά, αλλά εμείς χρησιμοποιήσαμε τις πέντε – αρχίσαμε να φτιάχνουμε την πίτα βάζοντας εναλλάξ μια κρέπα και μια στρώση κιμά. Σκεπάσαμε την τελευταία στρώση με την πέμπτη κρέπα και η δουλειά είχε τελειώσει. Για την δική μας συνταγή χρειάστηκαν και δυο κουταλιές καθαρτικό απ΄ αυτό που είχε η θεία η Φούλα στο ντουλάπι της δια παν ενδεχόμενον, όπως συνηθίζει να λέει, αλλά εσείς καλύτερα να το αποφύγετε.
Πήγα κατευθείαν στο σπίτι του έξυπνου με την πίτα σε μια πιατέλα σκεπασμένη με αλουμινόχαρτο. Βάλαμε το DVD και στρωθήκαμε στον καναπέ. Τι είναι αυτό, μου λέει, πίτα, του λέω, πολίτικη συνταγή της θείας μου της Φούλας. Ενθουσιάστηκε. Κόψε μου, μου λέει, και την βάζει κάτω και την κάνει να. Μετά αρχίσανε τα πρώτα συμπτώματα και μπαινόβγαινε στην τουαλέτα και βόγκαγε, τι να σας λέω τώρα, καταλαβαίνετε. Τι με τάισες, μου λέει κατακίτρινος κρατώντας την κοιλιά του. Χυλόπιτα, του λέω και σηκώνομαι και φεύγω. Δεν τον ξαναείδα, αλλά το ευχαριστήθηκα εκείνη την ημέρα. Θα μου πεις τι κάθεσαι και τα θυμάσαι τώρα;
Το θέμα είναι πως ο ταξιτζής με είχε πάρει είδηση κι είχε ανεβάσει την ένταση κι αρχίσαμε να τραγουδάμε μαζί. Ήτανε κι αυτός καμένος - «κουβαλάμε κι εμείς τον σταυρό μας κοπελιά!» - μου είπε. Το σημείο που μ΄ αρέσει περισσότερο σ’ αυτό το τραγούδι είναι το «αν ποτέ σε δω αγκαλιά μ΄ εκείνη κάπου». Τα παίρνω στο κρανίο και μου βγαίνει να γκαρίζω. Αλλά κι ο ταξιτζής – ο Σάκης- δεν πήγαινε πίσω! Το είχαμε κάνει American bar το ταξί κι οι διπλανοί στα φανάρια μας κοιτάζανε τύπου «τι πάθανε αυτοί». Τσαμπουκαλεύτηκε ο Σάκης μια δυο φορές - γιατί σου λέει «τι θες ρε δικέ μου, λογαριασμό;» - αλλά τον συγκράτησα εγώ – «έλα βρε Σάκη, ας τους τώρα που τα περνάμε τόσο ωραία» - και τον γλιτώσαμε τον καβγά. Μετά έβαλε Θεοδωρίδου. Δεν την πολυγουστάρω αυτήν από τότε που χώρισε τον Φουστάνο, άσε που κόντευα να τα κάνω επάνω μου! Του το είπα με τρόπο και κάναμε μια στάση στα Goodys και πήραμε και καφέ. «Δεν καθόμαστε να σε κεράσω κανένα παγωτό, να κλείσω και το ταξίμετρο, να τα πούμε λιγάκ; Που να τρέχεις τώρα στην Λάρισα;». Έτσι έγινε. Kι έχασα το τρένο κι έχασα και την εξεταστική και δεν πρόκειται να το πάρω ποτέ το πτυχίο από το ΤΕΙ Φυτικής Παραγωγής, που το είχα αφήσει για τον Αντρέα και το είχα ξαναπιάσει μετά την χυλόπιτα και τελικά το ξανάφησα για τον Σάκη. Γιατί μετά τον καφέ και το παγωτό καταλήξαμε στην παραλία. Εκεί συνέβη το μοιραίο, κάτω από τα πεύκα.
Γίνανε και κάτι απανωτές εκδρομές τα επόμενα Σαββατοκύριακα και τώρα τρέχουμε στου Χυτήρογλου για κουρτίνες.
Όταν σκέφτομαι πόσες δουλειές έχω μέχρι να γίνει ο γάμος με πιάνει τρέλα.

Thursday, April 19, 2007

Μοσχαράκι Λεμονάτο

(Η Κερασία είναι μια γυναίκα με πάθος)

Η Κερασία Δαλακούρα,το γένος Γιαννούρου, είχε πάρει την απόφασή της οριστικά και αμετάκλητα. Έσκισε σε πολλά μικρά κομματάκια την επιταγή με την σύνταξή της – τριακόσια ολόκληρα ευρώ - και την πέταξε στο καλάθι των αχρήστων για να φέρει τον εαυτό της προ τετελεσμένου. Αγνόησε το θυμωμένο βλέμμα του συζύγου της Στέλιου Δαλακούρα - που είχε αποδημήσει εις κύριον μόλις πριν μερικούς μήνες, αφήνοντάς την μόνη στα εβδομηντα πέντε της, χωρίς σύνταξη χηρείας και με μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ένα ξεχαρβαλωμένο σπίτι που κινδύνευε να πέσει να την πλακώσει. Όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη τις ενστάσεις του αλλά κούνησε αυστηρά το δάχτυλο μπροστά στην φωτογραφία του:
-Σους εσύ, αυτά με έλεγες τόσα χρόνια και να τα χάλια μας!
Εκείνο το πρωί η Κερασία Δαλακούρα ορκίστηκε πως ποτέ στην ζωή της δεν πρόκειται να ξαναπεινάσει! Τουλάχιστον σε όση της απέμενε! Πως ποτέ ξανά δεν θα μετρήσει τα λιγοστά της ευρώ μπροστά στον πάγκο της λαϊκής για να αγοράσει τρεις πατάτες και δυο κρεμμύδια, ούτε θα ξαναξεροσταλιάσει στους κάδους της κρεαταγοράς για να μαζέψει κόκαλα για σούπα.
Βάδισε με αποφασιστικά βήματα προς την κρεβατοκάμαρα και φόρεσε την καλή της ρόμπα, την μαύρη με τα μικρά λευκά ανθάκια. Σκάλισε το συρτάρι του κομοδίνου και ξετρύπωσε το περίστροφο του μακαρίτη. Λιγάκι σκουριασμένο και χωρίς σφαίρες, αλλά τι πείραζε; Το έχωσε μέσα στην μεγάλη πάνινη τσάντα της λαϊκής μαζί με μια αποκριάτικη μάσκα της Αλίκης Βουγιουκλάκη κι ένα βαρύ μαύρο παλτό του Δαλακούρα που της έφτανε μέχρι τις φτέρνες. Βγήκε, αποφεύγοντας να ρίξει το βλέμμα της στην φωτογραφία του, και πήγε κατευθείαν στην τράπεζα της γειτονιάς. Λίγο πριν την είσοδο στάθηκε κρυμμένη στη γωνία και φόρεσε το παλτό και την μάσκα. Ύστερα μπούκαρε φωνάζοντας «ληστεία». Κόλλησε το περίστροφο στον κρόταφο του σεκιουριτά και ζήτησε από όλους να ξαπλώσουν στο δάπεδο επαναλαμβάνοντας όλα τα μπινελίκια που έλεγε ο Δαλακούρας κάθε φορά που τον έπιαναν τα νεύρα του με τον γείτονα που έβαζε δυνατά την τηλεόραση. Όταν οι πάντες βρέθηκαν στο πάτωμα, η Αλίκη Βουγιουκλάκη με το μαύρο παλτό να σέρνεται στο πάτωμα, πέταξε την τσάντα στον ταμεία και τον διέταξε να την γεμίσει μέχρι τη μέση με δεσμίδες των πενήντα. «Μέχρι τη μέση σε είπα, που θα βάλω τα ψώνια για;». Ο ταμίας έκανε ότι του είπε και παρέδωσε βιαστικά την τσάντα. Τον έβαλε να ξαπλώσει μαζί με τους υπόλοιπους και βγήκε βρίζοντας. Έστριψε στην γωνία και πέταξε τη μάσκα στον πρώτο κάδο που βρήκε στον δρόμο της. Λίγο αργότερα ξεφορτώθηκε και το παλτό. Το όπλο δεν το πέταξε. Τι θα έλεγε στον Δαλακούρα;
Λίγο αργότερα, στη λαϊκή, ψώνιζε πληρώνοντας με κολλαριστά χαρτονομίσματα.
- Α πα πα! Τι με λες κυρ Μιχάλη μ'; Τσ τσ στσ, χάλασε ο κόσμος γειά! Είπε στον μανάβη που της έφερε τα νέα για την ληστεία.
Μετά πήγε στον χασάπη να χαζέψει κρέατα. Ήθελε να τα αγοράσει όλα αλλά αρκέστηκε σ’ ένα κιλό μοσχαράκι γάλακτος για να μην δώσει στόχο. Πέρασε κι από τον Γερμανό και πήρε κινητό Nokia Classic 6120, ήθελε και mp3, αλλά συγκρατήθηκε.
Στο σπίτι έκρυψε τα λεφτά και το περίστροφο στο κομοδίνο, τακτοποίησε τα ψώνια και το ριξε στο μαγείρεμα. Έβαλε λάδι σε μια κατσαρόλα να κάψει κι έριξε μέσα ένα κρεμμύδι ψιλοκομμένο να τσιγαριστεί. Πρόσθεσε το μοσχάρι κι ανακάτεψε καλά. Όταν πήρε να ροδίζει συμπλήρωσε νερό μέχρι που σκεπάστηκε το κρέας κι έριξε αλάτι και πιπέρι. Άφησε το φαγητό να μαγειρευτεί σε χαμηλή φωτιά μέχρι να μείνει με την σάλτσα του και λίγο πριν το τέλος πρόσθεσε τον χυμό ενός λεμονιου. Με το μάτι της κουζίνας σβηστό, πρόσθεσε τηγανιτές πατάτες. Έφτιαξε ένα ωραίο πιάτο και το πασπάλισε με φρέσκια, μυρωδάτη ρίγανη. Για συνοδεία είχε φέτα και ψωμί.
Έφαγε μπροστά στην φωτογραφία του μακαρίτη.
- Είδες μπρε πως γίνονται οι δουλειές; Σε τα έλεγα εγώ, δε σε τα έλεγα; Κάτσε νηστικός τώρα να διείς!

Wednesday, February 28, 2007

Σνακ για τηλεοπτικές κηδείες

(To α του Καζαντζίδη)

Εμείς τότε είχαμε πρωτοβάλει δορυφορική και βλέπαμε Ελλάδα τακτικά κι άμα τύχαινε τίποτα σοβαρό αρχίζαμε τα τηλέφωνα και μαζευόταν στο σπίτι μας όλη η γειτονία. Εκεί τον είδαμε τελευταία φορά κι επειδή δεν έβγαινε συχνά στην τηλεόραση έγινε λαϊκό προσκίνημα στο σαλόνι μου. Έλεγε το «Αγριολούλουδο» με μια κιθάρα κι είχαμε κάτσει όλοι γύρω από την τηλεόραση και κλαίγαμε. Ο Νίκος ο F16- έτσι τον φωνάζαμε γιατί είχε ένα PEUGEOT 106 του εβδομήντα που το έλεγε καταδρομικό – είχε βάλει ταμπέλα «επιστρέφω αμέσως» κι είχε ανέβει τις σκάλες τρέχοντας. Αυτός μας έφερνε τους δίσκους. Περνούσες από το μαγαζί του και γραφόσουνα στη λίστα μην τυχών και την πατήσεις, γιατί με το που έμπαινε στο δισκάδικο η παραγγελία εξαφανιζόταν μέσα σε μια μέρα κι άντε μετά να περιμένεις την επόμενη. Είχαμε φτιάξει γειτονιά κι εκεί, δηλαδή όχι μόνο εμείς μου φαίνεται, όλοι θα φτιάξανε τις γειτονιές τους εκεί που πήγανε, δεν ξέρω…
Το μεγάλο πατιρντί έγινε όταν βγήκε το Υπάρχω. Σε μια ώρα εξαντλήθηκε! Τρέξαμε όλοι στου Νίκου με το που μάθαμε πως ήρθε o καινούργιος του Στέλιου και μετά πήρανε φωτιά τα πικάπ. Είχα μια αγωνία όταν πρωτόβαλα το δίσκο! Τρέμανε τα χέρια μου! Καθίσαμε γύρω γύρω κι ακούγαμε και δώστου κλάμα! Πάντα κλαίγαμε τις πρώτες φορές που ακούγαμε τα τραγούδια. Νόμιζες ρε παιδί μου πως βγαίνει από τα στήθια σου το α του Καζαντζίδη! Όλο σου το παράπονο κι όλη σου η νοσταλγία ήτανε αυτό το α! Στις γιορτές έβαζες το δίσκο να παίζει κι ένιωθες σαν να ακούμπαγες λιγάκι του ανθρώπου σου τον ώμο, επειδή ήξερες πως την ίδια ώρα σ΄ ένα τραπέζι γιόρταζε για τον ίδιο λόγο, άκουγε την ίδια μουσική και τώρα που μιλάμε μπορεί να έπινε στην υγειά σου. Εκεί πάνω λιώναμε και πέφτανε τα τηλέφωνα κι άρχιζαν οι αφιερώσεις και οι ευχές. Στο τέλος κλείναμε μ΄ έναν κόμπο στο λαιμό.
Με έναν κόμπο στο λαιμό ζήσαμε. Με την αγωνία να γυρίσουμε και τον Στέλιο στο πικάπ. Ότι έχω να θυμάμαι από τη ζωή μου έχει μουσική υπόκρουση Καζαντζίδη. Ο γάμος μου, τα γλέντια, οι γιορτές, τα ζόρια, οι καβγάδες, τα γεννητούρια, όλα. Και τότε που κοντέψαμε να χωρίσουμε με το Γιώργο στους δίσκους ξέσπασα. Τους έκανα θρύψαλα από τα νεύρα μου κι όταν ηρέμησα και κατάλαβα τι έκανα ζήταγα συγνώμη από την Παναγία γονατιστή μπροστά στο εικόνισμα γιατί μου φάνηκε πως έκανα μεγάλη αμαρτία. Σαν να βλαστήμησα την ζωή μας, σαν να μούντζωσα τα όνειρά μας και τις αναμνήσεις μας, έτσι μου φάνηκε. Όταν τα φτιάξαμε δώσαμε στον Νίκο παραγγελία και τους ξαναπήραμε γιατί, εκτός που τους ακούγαμε συνέχεια, μου φαινόταν γρουσουζιά να μην τους έχω σπίτι μου. Να εδώ στο ράφι είναι κάτω από το πικάπ. Τους έφερα μαζί μου. Μόνη μου γύρισα, χωρίς το Γιώργο. Μας έφαγαν οι αναβολές. Άντε να σπουδάσουμε τα παιδιά και γυρνάμε, μετά να φτιάξουμε κι αυτό, να αγοράσουμε και το άλλο κι άντε άλλον ένα χρόνο, κι άλλον έναν και τελικά δεν πρόλαβε. Τα χρειάστηκα τότε γιατί κατάλαβα πως ξεχαστήκαμε, πως μας πήρε ο χρόνος από κάτω και μας έκανε ζάφτι κι αφήσαμε πίσω ανθρώπους και μέρη και μυρωδιές. Πήρα την απόφασή μου χωρίς πολλά πολλά. Άφησα τα παιδιά μου πίσω, τον εγγονό μου το Γιώργο – Γιούρκα θέλει να τον λέμε από τότε που είδε τον Σεϊταρίδη στο Ευρωπαϊκό - αλλά δεν κάθισα να το πολυσκεφτώ. Δεν ήθελα να τελειώσω σε ξένο μέρος. Όταν αρρώστησε ο Στέλιος μου κόστισε πολύ. Σαν να ξανάχανα το Γιώργο μου μου φάνηκε. Στην κηδεία έβαλε ο Δήμαρχος πούλμαν για την Αθήνα και ανέβηκαν πολλοί από τους Σιταγρούς κι από τα γύρω χωριά. Εγώ δεν μπόρεσα, είχα τη κατάκοιτη τη Σουμέλα την αδερφή μου. Αλλά το τάμα μου στην ψυχούλα του το έκανα. Πήρα μισό κιλό στάρι και το έβρασα και μετά έστρωσα με κουζινόχαρτο το τραπέζι της κουζίνας και το άπλωσα για να αφήσει τα νερά του. Άλλαξα το χαρτί κάνα δυο φορές για να στεγνώσει καλά και το έβαλα σε μια γαβάθα. Ανακάτεψα σε ένα μπολ 150 γραμ. ζάχαρη, κανέλα, 150 γραμ. σουσάμι και 150 γραμ, ψιλοκομμένο καρύδι, έριξα μέσα το στάρι και ανακάτεψα πολύ καλά.Ψιλόκοψα και μαϊντανό κι έβαλα και μπόλικο ρόδι. Για το στόλισμα είχα πάρει εκείνα τα ασημένια τα κουφετάκια, στρογγυλά, μακρόστενα και τετράγωνα. Στην εκκλησία δεν το πήγα να το διαβάσουνε γιατί τους έχω σιχαθεί τέτοιοι που είναι. Το άφησα στον εικονοστάσι όλη τη νύχτα για να το ευλογήσει Αυτός κατά πως νομίζει.
Την άλλη μέρα κάθισα δίπλα στη Σουμέλα με την γαβάθα στα πόδια μου κι είδα όλη την κηδεία από την αρχή μέχρι το τέλος. Το τι κλάμα ρίξαμε δεν περιγράφεται. Τώρα τελευταία την πιάνουνε κι αυτήν συνέχεια τα ζουμιά και με παίρνει στο λαιμό της! Ανάβω καντηλάκι ταχτικά για να αναπαύσει ο Θεός την ψυχούλα τους.
Για το Γιώργο και το Στέλιο λέω..... που φύγανε πρώτοι.

Saturday, February 17, 2007

Σκραμπ

(Η ομορφιά της ζωής υπό προϋποθέσεις)


Tην μεγάλη ζημιά την έπαθε όταν τον έγκατέλειψε ο Σάκης. Δηλαδή τι Σάκης, Στανισλάβ. Άφαντος έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση ο αχάριστος, που τον είχε περιμαζέψει από την οικοδομή και τον είχε μη βρέξει και μη στάξει. "Δεν θέλω να δουλεύειες να βασανίζεσαι, μόνο να τρως να πίνεις και να στολίζεσαι¨του τραγουδούσε ο Χάρης που μετά το συμβάν δεν κατέβαινε στο κομμωτήριο κι έκαναν οι πελάτισσες ένα μήνα να δουν μιζαμπλί! Είναι η αλήθεια ότι από κομμωτικής απόψεως εκείνη την εποχή η γειτονιά είχε τα χάλια της και κόντεψε κι η Εύη να χωρίσει με τον Σταύρο τον νταλικέρη. Γιατί της το είχε ξεκόψει: ή το αλλάζει το κόκκινο με τις χάλκινες ανταύγεις και το ξανακάνει ξανθό για να μπορεί να την κυκλοφορεί αξιοπρεπώς ή αυτόν να τον ξεγράψει.
Ο Χάρης όμως είχε κλειστεί στο σπίτι και δεν έβγαινε με τίποτα. Του φώναζαν να κατέβει κι έβγαινε στο μπαλκόνι, με το πρόσωπο καλυμμένο με μια γαλαζωπή μάσκα και το βυσσινί κιμονό με τον δράκο στην πλάτη, και τους έγνεφε να τον αφήσουν στη δυστυχία του. Τα πράγματα χειροτέρεψαν λίγες μέρες μετά, όταν μαθεύτηκαν τα χαμπέρια του προκομμένου. Δεν είχε πάει και πολύ μακρινό ταξίδι. Ίσα ίσα μέχρι την γωνία στης Σίτσας της περιπτερούς. Αυτό δεν μπόρεσε να τα ανέξει ο Χάρης. Που αυτός τον είχε στα πούπουλα με τα δώρα του και με το χαρτζιλίκι του! Τι κινητό, τι χρυσή καδένα, τι ασημένια ταμπακέρα με μονόγραμμα, τι χρυσή καρφίτσα, τι χρυσό ρολόι και τι δεν είχε κάνει γι΄αυτόν τον αχαϊρευτο που τα μάζεψε όλα και τα πήγε στης Σίτσας της χοντρής να τα χαίρονται και να γλεντάνε στην υγεία του κορόιδου! Γέμισε καντίλες κι ήρθε και πρήστηκε και τον έτρεχε η ανιψιά του η Σάντυ μες την μαύρη νύχτα στον Ευαγγελισμό που εφημέρευε με αλλεργικό σοκ. Του έδωσαν βέβαια μια αγωγή και υποχωρούσαν λίγο λίγο οι καντίλες, αλλά τι τα θες, είχε γεμίσει στίγματα. Ξανάπαθε υστερία μόλις κατάλαβε ότι εκτός που τον παράτησε ο Σάκης, εκτός που πήρε μαζί του όλα του τα δώρα και τα πήγε στη Σίτσα, εκτός που δεν μπορούσε να δουλέψει μετά το ψυχολογικό σοκ που είχε υποστεί, έπρεπε να αντιμετωπίσει και τα στίγματα. Μπαινόβγαινε κάθε λίγο στο μπαλκόνι και μούτζωνε το περίπτερο κι η Σάντυ δεν ήξερε πως να τον συνεφέρει. Μέχρι που στο τέλος το πήρε πατριωτικά. Αρκετά είχε κάνει για τον Σάκη. Μέχρι εδώ! Ακούς εκεί στίγματα! Ποιός; Ο Χάρης! Συμμάζεψε αποφαστιστικά δυο τσουλούφια που είχαν ξεφύγει από το φιλέ που φορούσε στον ύπνο, ίσιωσε την ζώνη του κιμονό και γύρισε στην Σάντυ. Φεύγουμε, της είπε, μέχρι να ετοιμαστώ φέρε το αυτοκίνητο να πάμε στην παραλία.
Μάζεψαν λευκή άμμο από την θάλασσα και στον γυρισμό πέρασαν από το φαρμακείο και αγόρασαν bepanthol. Στο σπίτι ανακάτεψαν σε ένα μπολ δυο κουταλιές του γλυκού κρέμα και μια πρέζα άμμου. Ο Χάρης έπλυνε καλά το πρόσωπό του κι άπλωσε το σκράμπ. Έκανε μασάζ με κυκλικές κινήσεις για λίγα λεπτά και τι νομίζεις ότι έγινε όταν πλύθηκε; Τα στίγματα είχαν εξαφανιστεί!
Την επόμενη μέρα ο Χάρης, έχοντας εκτιμήσει βαθύτατα την ομορφιά της ζωής, όταν μπορεί κανείς να την απολαμβάνει διαθέτοντας ένα πρόσωπο απαλλαγμένο από μετααλλεργικά στίγματα, άνοιξε το μαγαζί κι άρχισε σιγά σιγά να σουλουπώνει τη γειτονιά. Γίνανε κάτι επειγουσες κουπ, βάφτηκαν οι άβαφτες ρίζες με την διαδικασία του κατεπείγοντος, πέσανε και κάτι περμανάντ ξεγυρισμένες, άλλαξε και η Εύη το κόκκινο και το έκανε ξανθό - μια που την είχε απειλήσει ο Σταύρος πως ή αλλάζει χρώμα ή γιοκ Άντζελα το βράδυ - κι ήρθε κι έστρωσε το πράγμα.
Κι επειδή είχε πέσει πολύ δουλειά τον τελευταίο καιρό ο Χάρης έβαλε αγγελία για βοηθό. Ετσι γνώρισε τον Μίμη που μόλις είχε τελειώσει τον Αμάραντο και τον κοιτούσε στα μάτια σαν Θεό και στεκόταν δίπλα του κάθε φορά που κούρευε και δεν έχανε ψαλιδιά.
Και ζήσανε αυτοί καλά και πήρανε και σπίτι στη Μύκονο! Και ζήσαμε κι εμείς καλύτερα!

Friday, January 19, 2007

Moσχαράκι Κρασάτο

(Η Μαρία η άσχημη)

Όλα αυτά που λένε στην τηλεόραση για την Μαρία την άσχημη είναι παραμύθια της Χαλιμάς. Η αλήθεια έχει ως εξής:

Η Μαρία δεν ήταν απλώς άσχημη. Ήταν πάρα πολύ άσχημη. Δηλαδή εκτός από τα γυαλιά και τα φρύδια που έμοιαζαν με του Καραμανλή είχε και μια μεγάλη ελιά με τρίχες στη μύτη και μουστάκι και στραβά πόδια και πολλά άλλα στραβά που δεν μου έρχονται τώρα.Όταν λοιπόν η Μαρία κατάλαβε ότι ήταν τσιμπημένη με τον Πρόεδρο δεν άρχισε να τρέχει σαν παλαβή για να του αποδείξει ότι ήταν ευσυνείδητη και ικανή υπάλληλος, ούτε ξόδεψε χρόνο για να ασχοληθεί με τις δολοπλοκίες της μέγαιρας αρραβωνιαστικιάς και της άχρηστης γραμματικιάς του. Αγόρασε το καλύτερης ποιότητας μοσχαράκι που μπόρεσε να βρει και το σοτάρισε με φρέσκο λάδι. Πρόσθεσε μαϊντανό και άνηθο δεμένα σε ένα τούλι, λίγο σκόρδο, ένα ολόκληρο κρεμμύδι, μια πατάτα, αλάτι, πιπέρι κι έπειτα το έσβησε με μπόλικο κρασί - όσο για να σκεπαστεί καλά το κρέας και να βράσει μέσα σ΄ αυτό. Πριν σκεπάσει την κατσαρόλα διάλεξε μια ωραία αρωματική μουσταρδα και έριξε δυο κουταλιές της σούπας. Το άφησε να μαγειρευτεί σε χαμηλή θερμοκρασία και συμπλήρωνε νερό κάθε φορά που χρειαζόταν. Λίγο πριν να το κατεβάσει από το μάτι, με σβησμένη τη φωτιά, πέταξε το τούλι και τα υπολείμματα του κρεμμυδιού και της πατάτας κι έριξε στην κατσαρόλα φρεσκοτηγανισμένες πατάτες. Έφτασε στο γραφείο την ώρα που συνήθως ο Πρόεδρος διέκοπτε για το μεσημεριανό του. Αγνόησε την Γραμματέα που την κοιτούσε με μίσος όσο ετοίμαζε το πιάτο και μετά μπήκε στο γραφείο για να σερβίρει. Συνόδεψε το φαγητό με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Μετά από λίγο ο Πρόεδρος βγήκε από το γραφείο κλαίγοντας από έρωτα για την Μαρία και φωνάζοντας πως θέλει επειγόντως να την παντρευτεί. Και ξαφνικά συνέβη το αναπάντεχο. Η Μαρία ένιωσε μια απροσδόκητη απέχθεια για τον γλίτσα Πρόεδρο που ήταν πεσμένος στα γόνατα και την παρακαλούσε. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου κι έφυγε για πάντα.
Η Μαρία έκλεισε πίσω της την πόρτα του γραφείου αποφασισμένη να μην ξαναπατήσει το πόδι της σ΄αυτό το άνδρο των ρατσιστών με τα λευκά δόντια.
Την επόμενη μέρα άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Ξόδεψε ώρες πολλές στις αίθουσες αναμονής περιμένοντας την σειρά της για μια συνέντευξη, έστειλε βιογραφικά, έλιωσε σόλες αλλά τίποτα. Πάντα υπήρχε μια πεντάμορφη που της έπαιρνε την θέση.
Όσο περνούσε ο καιρός τα πράγματα δυσκόλευαν και η Μαρία είχε φτάσει στα όρια της απελπισίας όταν αποφάσισε να εγκατασταθεί στο γκέτο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα στην ζωή της εξελίχτηκαν ραγδαία. Έλαβε μέρος στο διαγωνισμό ομορφιάς και κέρδισε τον τίτλο "Μις Ασχημοκομείο 2007". Εκεί την είδε για πρώτη φορά ο Πρίγκιπας Κακάσχημος και την πήρε στο Πύργο του και παντρεύτηκαν και κάνανε πολλά παιδιά.......

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Y.Γ Η μέγαιρα αρραβωνιαστικιά έπεσε στα ναρκωτικά
Υ.Γ2 Νομίζω πως και η φρικτή γραμματέας έπεσε στα ναρκωτικά
Υ.Γ3 Επίσης έχω τη εντύπωση πως ο Πρόεδρος μπαινοβγαίνει στην Ιθάκη

Saturday, January 06, 2007

Γλυκό Τριαντάφυλλο

(Η χρονιά του Δράκου)

Συνέχεια από το προηγούμενο


(Μέρος Β')

Η Όλγα τους υποδέχτηκε λιγάκι αφηρημένη. Άφησε απρόθυμα τα χαρτιά της – παρόλο που βρισκόταν στο πιο κρίσιμο κεφάλαιο του βιβλίου της - και βοήθησε να ανάψoυν φωτιά στο βαρέλι. Ο Βλαδίμηρος είχε ανακαλύψει θησαυρούς στην καθημερινή του βόλτα στους κάδους. Ολόφρεσκα ψαροκέφαλα και δυο μάλλινες κουβέρτες, σχεδόν ολοκαίνουργιες, αν εξαιρούσες τις τρύπες απ' το σκόρο. Έφαγαν σούπα από ψαροκέφαλα και τυλίχτηκαν καλά καλά για να ακούσουν το Βλαδίμηρο που έπαιζε σε ένα φανταστικό πιάνο, κινώντας με δεξιοτεχνία τα δάχτυλά στον αέρα, το κονσέρτο για πιάνο του Σεργκέι Ραχμάνινοφ. Η πρώτη νύχτα του Δράκου στη γέφυρα θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδανική και τό μέλλον του φάνταζε λαμπρό χάρη στους καινούργιους του φίλους.
Η Λόλα όμως έβαλε λυτούς και δεμένους για να τον βρει και στο τέλος τα κατάφερε. Κατέβηκε στη γέφυρα τυλιγμένη στη γούνα της και βρήκε τον Βλαδίμηρο, την Όλγα και τους καλεσμένους τους να ετοιμάζονται να δειπνήσουν. Ο Τζώρτζ ο Γλύπτης, ο Σταύρος ο Κιθαρίστας κι η Μαρίνα, μια εβδομηντάχρονη ηθοποιός, κάθονταν γύρω από τη φωτιά και ζέσταιναν τα κοκαλωμένα τους δάχτυλα περιμένοντας να ετοιμαστεί το φαγητό. Όταν η Λόλα απαίτησε να της επιστραφεί ο γάτος της σήκωσαν τους ώμους και την κοίταξαν με απορία. Το σκηνικό επαναλήφθηκε πολλές φορές κι είχαν όλοι πεισθεί πως η κυρία με τη γούνα δεν ήταν και πολύ καλά στα μυαλά της.
Τον έπαιρνε σπίτι. Εκείνος καθόταν μια δυο μέρες, έτρωγε όσο γλυκό προλάβαινε κι ύστερα επέστρεφε στην γέφυρα και περνούσε τις μέρες του ακολουθώντας τον Βλαδίμηρο στους κάδους. Καμιά φορά κάθονταν ώρες πολλές σε κάποιο παγκάκι ο ένας δίπλα στον άλλον. Ο Βλαδίμηρος έπαιζε κι ο Δράκος λαγοκοιμόταν.
Όμως η ευτυχία του Δράκου δεν ήταν γραφτό να κρατήσει. Έτσι ξαφνικά, όπως γίνονται συχνά αυτά τα πράγματα, τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, η Όλγα γύρισε πλευρό μέσα στον ύπνο της κι έκανε να τον πάρει στην αγκαλιά της για να ζεστάνει τα χέρια της. Ξύπνησε απότομα γιατί ένιωσε το σώμα του ακίνητο και κρύο.
Κανείς τους δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι έπρεπε να γίνει. Σκέφτηκαν την τρελή κυρία που σίγουρα θα τους έβγαζε από την δύσκολη θέση.Η Λόλα πήρε την κατάσταση στα χέρια της - αφού πρώτα τους κατηγόρησε για όλες τις κακουχίες και τις στερήσεις στις οποίες υπέβαλλαν τον Δράκο όλο αυτό το διάστημα - και οι λεπτομέρειες της κηδείας κανονίστηκαν γρήγορα.
Στο σπίτι το γλυκό ετοιμάστηκε με μεγάλη φροντίδα.Έκοψαν πρώτα τα πέταλα από σαράντα τριαντάφυλλα (ροζ, ειδικά για γλυκό) και μετά μ΄ ένα ψαλίδι αφαίρεσαν προσεκτικά τα λευκά μέρη των πετάλων. Ύστερα τα έβαλαν σε μια κατσαρόλα μαζί με ένα κιλό ζάχαρη και ένα ποτήρι νερό και τα άφησαν να βράσουν. Όταν άρχισε να δένει το γλυκό έβαλαν λεμόντζο και λίγη αρωματική μολόχα (αρμπαρόριζα) σε ένα τούλι και τα άφησαν όλα μαζί να βράσουν μέχρι να όλοκληρωθεί το δέσιμο. Όταν κρύωσε καλά, το στόλισαν με ολόκληρα αμύγδαλα μέσα σε ένα γυάλινο μπολ.
Η τελετή ήταν συγκινητική. Ο Τζωρτζ είχε φτιάξει μια πλάκα για τον τάφο κι η Όλγα έγραψε μερικούς αποχαιρετιστήριους στοίχους. Ο Βλαδίμηρος έπαιξε μια πένθιμη διασκευή ειδικά για την περίσταση και φυσικά η κηδεία έγινε νύχτα για να μην τους πάρουν είδηση οι φύλακες του Πρώτου, όπου η Λόλα είχε βρει μια πολύ βολική θέση ακριβώς δίπλα στην Κοιμωμένη. Στο τέλος ακούμπησαν πάνω στον μικρό τάφο το μπολ με το γλυκό για να το απολαύσει με την ησυχία του, έτσι όπως του άρεσε.

Ζώη σε σας……..

Thursday, January 04, 2007

Γλυκό Τριαντάφυλλο

(Η χρονιά του Δράκου)

Στη Citronella:


(Μέρος Α')

Ο Δράκος πέθανε τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς του 2007 κάτω από την γέφυρα του Πλούταρχου. Εκεί δηλαδή που ζούσε το τελευταίο διάστημα μαζί με τους υπόλοιπους. Ήταν Σιαμέζος αριστοκράτης από καλή οικογένεια αλλά από τη φύση του αλήτης και νυχτόβιος. Όταν κατάλαβε πως δεν έκανε για οικογενειακή ζωή την κοπάνησε απ' της Λόλας κι ας τον είχε στα πούπουλα κι ας τον τάιζε στο στόμα κι αυτή και τα κορίτσια της. Πλάνταξε στο κλάμα η Λόλα τότε. Δεν είχε προστάτη, τα βγαζε πέρα μόνη της και κάνα δυο που την πλευρίσανε τους σάπισε στο ξύλο. Το Δράκο είχε, αυτός ήταν ο άντρας του σπιτιού και τα κορίτσια τα βράδια μάλωναν ποια θα τον πάρει στο κρεβάτι της. Όλες τον ήθελαν. Γινόταν φασαρία και κακό κι άρχιζαν τα βρισίδια μέχρι που έβαζε τις φωνές η Λόλα κι έτρεχαν όλες στους διαδρόμους να κλειστούν στα δωματιά τους γιατί την έτρεμαν, είναι η αλήθεια.
Ο Δράκος όμως δεν ήθελε να περάσει όλη του τη ζωή στον καναπέ του σαλονιού. Τον ενοχλούσε το κολάρο και τον εκνεύριζαν τα χάδια. Το ροζ μεταξωτό του μαξιλάρι και οι φιόγκοι που του φορούσαν στο κεφάλι κάθε τρεις και λίγο του έδιναν στα νεύρα. H Λόλα προσπαθούσε να τον ταϊσει γλυκό τριαντάφυλλο, αλλά εκείνος ήθελε την ησυχία του κι έβγαζε νύχια. Του άρεσε να το απολαμβάνει αργά αργά, όλη την ημέρα λίγο – λίγο, να το νιώθει να του γλυκαίνει τον ουρανίσκο και μετά ν΄ αφήνει την γλυκιά του ευωδιά. Αλλά η Λόλα δεν καταλάβαινε απ΄ αυτά και τον νευρίαζε συνέχεια με την επιμονή της να τον ταϊσει απ' την ημέρα που κατάλαβε πως τρελαίνεται για γλυκό τριαντάφυλλο. Φώναζαν όλες υστερικά από τη χαρά τους- «Ακούς εκεί να κάνει έτσι για το γλυκό του κουταλιού!»- και τον κυνηγούσαν με πιατελάκια όλη την ημέρα.
Μέχρι που ένα βράδυ ένιωσε να πνίγεται απ’ την αγάπη. Αισθάνθηκε αναγούλα. Η αγάπη άρχισε να ανεβαίνει στο λαρύγγι του και να του προκαλεί μια απαίσια ξινίλα στο ουρανίσκο. Σηκώθηκε κι έφυγε. Άρχισε να γυρνάει από δω κι από κει με κεραμυδόγατες και να συναναστρέφεται διάφορους τύπους, μέχρι που γνώρισε τον Βλαδίμηρο τον πιανίστα που τον πήρε μαζί του στη γέφυρα.

Friday, December 29, 2006

Tάρτα με μαρμελάδα φράουλα


Ο Οδυσσέας αγόρασε μια ουγγιά δηλητήριο για τα ποντίκια, το ανακάτεψε με αφρόγαλα και μαρμελάδα φράουλα, κι άδειασε τη θανάσιμη κρέμα σ΄ένα γλυκό απ΄όπου είχε αδειάσει την αρχική γέμιση. Έπειτα του έβαλε από πάνω μια κρέμα πιο πυκνή και συμπλήρωσε την απάτη με εβδομήντα ροζ κεράκια.
Η γιαγιά ανακάθισε στον θρόνο κουνώντας το απειλητικό ραβδί της όταν τον είδε να μπαίνει στη σκηνή με το γιορταστικό γλύκισμα.
"Αδιάντροπε" φώναξε. "Πως τολμάς να πατάς το πόδι σου σ΄αυτό το σπίτι;" Ο Οδυσσέας κρύφτηκε πίσω από το αγγελικό του πρόσωπο. "Έρχομαι να σου ζητήσω συγνώμη" είπε, "σήμερα είναι τα γενέθλιά σου". Αφοπλισμένη από το εύστοχο ψέμα του, η γιαγία τον έβαλε να στρώσει το τραπέζι σαν για δείπνο γαμήλιο.
Κάθισε τον Οδυσσέα στα δεξιά της, ενώ η Ερέντιρα τους σερβίριζε, κι αφού έσβησε τα κεριά μ΄ένα σαρωτικό φύσημα κι έκοψε το γλυκό σε ίσα μέρη, σερβίρισε τον Οδυσσέα.
"Ένας άνθρωπος που ξέρει να εξασφαλίζει τη συγνώμη, έχει κερδίσει το μισό ουρανό" είπε. "Σου δίνω το πρώτο κομμάτι, που είναι της ευτυχίας". "Δεν μου αρέσει το γλυκό" είπε εκείνος. "Πάρτο εσύ". Η γιαγιά πρόσφερε στην Ερέντιρα το άλλο κομμάτι. Εκείνη το πήγε στην κουζίνα και το έριξε στα σκουπίδια.
Η γιαγιά έφαγε μόνη της το υπόλοιπο. Έβανε στο στόμα της ολόκληρα κομμάτια και τα κατάπινε αμάσητα, αναστενάζοντας απολαυστικά και κοιτάζοντας τον Οδυσσέα από το χείλος της απόλαυσής της. Όταν δεν είχε άλλο στο πιάτο της έφαγε και αυτό που περιφρόνησε ο Οδυσσέας. Καθώς μασούσε το τελευταίο κομματάκι, μάζεψε με τα δάχτυλα τα ψύχουλα απ΄το τραπεζομάντιλο και τα ΄βαλε στο στόμα της.
Είχε φάει αρσενικό που έφτανε να εξοντώσει μια γενεά αρουραίων. Ωστόσο, έπαιξε πιάνο και τραγούδησε ως τα μεσάνυχτα, ξάπλωσε ευτυχισμένη και κοιμήθηκε κανονικά. Το μόνο καινούργιο σημάδι ήταν ένα σκληρό γραντζούνισμα στην ανάσα της.............
"Φύγε" είπε η Ερέντιρα. "Τώρα θα ξυπνήσει". "Είναι πιο ζωντανή κι από ελέφαντας" είπε ο Οσυσσέας. "Αποκλείεται!" Η Ερέντιρα τον διαπέρασε με μια θανάσιμη ματιά. "Το πρόβλημα είναι" είπε, "πως δεν τα καταφέρνεις να σκοτώσεις κανέναν"...............
Η μόνη αλλαγή που φαινόταν ήταν μια αταξία στις καθημερινές της συνήθειες. Ήτανε Τετάρτη, αλλά η γιαγιά φόρεσε κυριακάτικο φόρεμα, αποφάσισε πως η Ερέντιρα δεν θα δεχτεί κανέναν πελάτη πριν από τις έντεκα, και της ζήτησε να της βάψει τα νύχια σε χρώμα ροδί, και να την χτενίσει παπικά. "Ποτέ δεν είχα τόσο κέφι να φωτογραφιστώ".
Η Ερέντιρα άρχισε να την χτενίζει, αλλά περνώντας τη χτένα για να της ξεμπερδέψει τα μαλλιά, έμεινε μέσα στα δόντια μια τούφα μαλλιά. Τα έδειξε τρομαγμένη στη γιαγιά. Εκείνη τα περιεργάστηκε, δικίμασε να ξεριζώσει κι άλλη τούφα με τα δάχτυλά της, κι άλλο θαμνάκι μαλλιά της έμεινε στο χέρι. Το πέταξε κάτω, δόκίμασε πάλι, και ξερίζωσε μια πιο μεγάλη τούφα. Τότε άρχισε να τραβάει τα μαλλιά και με τα δυο χέρια πεθαμένη από τα γέλια, ρίχνοντας χούφτες στον αέρα με μια ανεξήγητη αγαλίαση, ώσπου το κεφάλι της έμεινε σαν ξεφλουδισμένη καρύδα........


(Η συνέχεια στο "Η απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρα και της άσπλαχνης γιαγιάς της" του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες - Εκδόσεις γράμματα)